Read the first chapter
The whole of chapter one, free. About 7 min. Turn the pages with the arrows, your keyboard, or a swipe.
Chapter 1
Το Μεταγιόν και η Πρώτη Εντολή
Ο Πέτρος Χάλαρης έμεινε ακίνητος, σκυμμένος πάνω από το τελευταίο γράμμα του πατέρα του. Το χαρτί είχε κιτρινίσει στις άκρες και τα δάχτυλά του είχαν μουδιάσει από το κρύο του παλιού σπιτιού στην οδό Bloomsbury. Στο κέντρο του μενταγιόν, πίσω από το λεπτό καπάκι, δεν υπήρχε φωτογραφία ούτε μικρό πορτρέτο, όπως περίμενε. Υπήρχε ένας κύκλος χαραγμένος με τρία σύμβολα: ένα μάτι, μια πύλη και μια φλόγα.
Κάτω από αυτά, σχεδόν αόρατα, ήταν γραμμένες τρεις λέξεις.
Θώνιδα. Αλεξάνδρεια. Δελφοί.
Ο Πέτρος πλησίασε το μενταγιόν στη λάμπα. Το φως έπεσε πάνω στο εσωτερικό του και αποκάλυψε μια μικροσκοπική σχισμή. Έβγαλε από την τσέπη του το λεπτό μεταλλικό έλασμα που βρήκε μέσα στον φάκελο του πατέρα του και το έβαλε εκεί. Το καπάκι ανασηκώθηκε λίγο ακόμη.
«Μητέρα;» ψιθύρισε.
Η λέξη έμεινε ανάμεσα στα ράφια, ανάμεσα στα βιβλία που είχαν μείνει κλειστά για χρόνια. Δεν την είχε προφέρει δυνατά από παιδί. Ο πατέρας του δεν είχε απαντήσει ποτέ στις ερωτήσεις του. Κάθε φορά που ο Πέτρος ζητούσε να μάθει πού βρισκόταν η Έλενα, εκείνος έσφιγγε τα χείλη και κοιτούσε αλλού.
Τώρα, στο γράμμα, υπήρχε μόνο μία φράση:
«Αν το μενταγιόν άνοιξε, τότε εκείνη δεν χάθηκε. Σε περιμένει πίσω από την πρώτη πύλη.»
Ο Πέτρος ξαναδιάβασε τις λέξεις. Το χαρτί έτριξε κάτω από την παλάμη του.
Από τον δρόμο ακούστηκε ο βόμβος ενός λεωφορείου και ύστερα ο ήχος από λάστιχα που έκοψαν απότομα το νερό. Σήκωσε το κεφάλι. Πίσω από το παράθυρο της βροχής, μια μαύρη ομπρέλα είχε σταματήσει απέναντι από το σπίτι.
Δεν φαινόταν το πρόσωπο του ανθρώπου. Μόνο το χέρι του, γαντοφορεμένο, που κρατούσε την ομπρέλα σταθερά, παρότι ο αέρας την έγερνε προς την άκρη του πεζοδρομίου.
Ο Πέτρος έσβησε τη λάμπα.
Το δωμάτιο βυθίστηκε σε γαλάζιο σκοτάδι. Τα φώτα του Λονδίνου έσπαγαν πάνω στο τζάμι και σχημάτιζαν παραμορφωμένες λωρίδες στους τοίχους. Έσκυψε, πήρε το γράμμα και το δίπλωσε προσεκτικά. Το μενταγιόν το πέρασε στον λαιμό του, κάτω από το πουκάμισο. Το μέταλλο ήταν παγωμένο και ακούμπησε στο δέρμα του σαν μικρό νόμισμα από τάφο.
Ήθελε να τηλεφωνήσει σε κάποιον. Να ακούσει μια φωνή που θα του έλεγε πως όλα αυτά ήταν μια αρρωστημένη φάρσα του πατέρα του. Όμως το τηλέφωνο βρισκόταν στο χολ, δίπλα στο παράθυρο, εκεί όπου θα φαινόταν καθαρά σε όποιον παρακολουθούσε το σπίτι.
Το κουδούνισμα ήρθε πριν προλάβει να κινηθεί.
Ο παλιός τηλεφωνικός μηχανισμός χτύπησε μία φορά. Έπειτα δεύτερη. Ο ήχος απλώθηκε στο σπίτι, κοφτός και επίμονος.
Ο Πέτρος άνοιξε το συρτάρι του γραφείου και έβγαλε το μικρό μαχαίρι που κρατούσε για τα γράμματα. Δεν ήταν όπλο, το ήξερε. Ήταν όμως κάτι βαρύ στο χέρι του.
Το τηλέφωνο χτύπησε για τρίτη φορά.
Κατέβηκε τα σκαλιά χωρίς να ανάψει φως. Το ξύλο έτριζε κάτω από το βάρος του, μα ο θόρυβος χανόταν μέσα στη βροχή. Στο τελευταίο σκαλοπάτι σταμάτησε. Από την άλλη πλευρά της πόρτας ακούστηκε ένας σύντομος μεταλλικός ήχος.
Κάποιος είχε αγγίξει το πόμολο.
Ο Πέτρος κράτησε την αναπνοή του. Το κουδούνισμα σταμάτησε.
Για λίγα δευτερόλεπτα δεν ακούστηκε τίποτε, εκτός από το νερό που χτυπούσε το τζάμι και τον σωλήνα του καλοριφέρ που κοπανούσε μέσα στον τοίχο. Ύστερα, το τηλέφωνο χτύπησε ξανά.
Πέρασε στο γραφείο και σήκωσε το ακουστικό.
«Πέτρο;»
Η φωνή ήταν γυναικεία, χαμηλή, βιαστική. Την αναγνώρισε ύστερα από μια μικρή καθυστέρηση.
«Έλενα Μάρκου;»
«Μη λες το όνομά μου.»
«Πώς ξέρεις ότι είμαι εγώ;»
«Δεν ξέρω ποιος άλλος θα σήκωνε το τηλέφωνο στο σπίτι του Νικήτα Χάλαρη τέτοια ώρα.»
Ο Πέτρος κοίταξε προς την πόρτα. Το πόμολο έμενε ακίνητο.
«Τον γνώριζες;»
«Γνώριζα περισσότερα απ’ όσα θα ήθελα. Και λιγότερα απ’ όσα χρειάζονται τώρα.» Η Έλενα σταμάτησε. «Άνοιξες το μενταγιόν;»
Ο Πέτρος ακούμπησε τα δάχτυλα πάνω από το πουκάμισό του.
«Πώς το ξέρεις;»
«Επειδή ο πατέρας σου μου είπε να περιμένω αυτή τη νύχτα.»
«Ο πατέρας μου είναι νεκρός.»
«Το ξέρω.»
Η απάντηση δεν είχε ούτε λύπη ούτε έκπληξη. Μόνο βεβαιότητα. Αυτό τον εξόργισε.
«Τότε μίλα καθαρά. Τι είναι η Θώνιδα; Πού είναι η μητέρα μου;»
Στην άλλη άκρη ακούστηκε ένας θόρυβος, σαν συρτάρι που έκλεινε.
«Η μητέρα σου ζει.»
Ο Πέτρος δεν κατάλαβε αμέσως τις λέξεις. Το χέρι του έσφιξε το ακουστικό τόσο δυνατά, ώστε το πλαστικό γλίστρησε στην παλάμη του.
«Πού;»
«Δεν μπορώ να σου το πω από το τηλέφωνο.»
«Τότε πες μου πού να πάω.»
«Αλεξάνδρεια. Αύριο το πρωί. Πτήση στις έξι και σαράντα. Θα βρεις έναν άντρα με γκρίζο κασκόλ έξω από την αίθουσα αφίξεων. Θα του δώσεις το μενταγιόν μόνο αν σου πει τη φράση που βρίσκεται στο πίσω μέρος του γράμματος.»
Ο Πέτρος γύρισε το γράμμα. Στην πίσω πλευρά υπήρχε ένα σημάδι που δεν είχε προσέξει: τρεις μικρές γραμμές μέσα σε κύκλο.
«Ποια φράση;»
«Δεν την ξέρεις;»
«Δεν υπάρχει φράση.»
Η Έλενα σώπασε. Για πρώτη φορά η φωνή της έχασε τη σταθερότητά της.
«Τότε ο πατέρας σου δεν πρόλαβε να σου τα πει όλα.»
Ένα χτύπημα ακούστηκε στην εξώπορτα.
Ο Πέτρος γύρισε απότομα. Το μαχαίρι έπεσε στο πάτωμα και χτύπησε πάνω στις σανίδες.
«Έλενα, κάποιος είναι έξω.»
«Μην ανοίξεις.»
«Δεν είχα σκοπό.»
«Και μην φύγεις από την μπροστινή πόρτα. Σε παρακολουθούν από τότε που πήρες το γράμμα.»
«Ποιοι;»
«Οι Σκιαγράφοι.»
Η λέξη πέρασε μέσα από το ακουστικό σαν ψίθυρος που είχε ταξιδέψει από πολύ μακριά.
«Τι είναι οι Σκιαγράφοι;»
«Άνθρωποι που δεν αφήνουν τίποτα να μείνει κρυφό. Ούτε μνήμες ούτε χρέη.»
Το χτύπημα στην πόρτα επαναλήφθηκε, δυνατότερο αυτή τη φορά. Το τζάμι στο πλαϊνό παράθυρο έτριξε.
«Έλενα, αν ξέρεις πού είναι η μητέρα μου, δεν θα κλείσεις τώρα.»
«Θα είμαι στην Αλεξάνδρεια.»
«Πώς θα σε βρω;»
«Δεν θα χρειαστεί. Θα σε βρω εγώ.»
Η γραμμή νεκρώθηκε.
Ο Πέτρος έμεινε με το ακουστικό στο χέρι. Στην επιφάνειά του έτρεμε μια αχνή αντανάκλαση από τον δρόμο. Έπειτα το άφησε αργά στη βάση.
Το τρίτο χτύπημα στην πόρτα δεν ήρθε.
Αντί γι’ αυτό, ακούστηκε ένας μεταλλικός συριγμός από την πίσω αυλή. Ο Πέτρος έτρεξε στην κουζίνα, άνοιξε το στενό παράθυρο και κοίταξε έξω. Η αυλή ήταν γεμάτη νερό. Το χαμηλό τοιχάκι που οδηγούσε στον διπλανό δρόμο γυάλιζε κάτω από τη βροχή.
Μια σκιά πέρασε πίσω από τον τοίχο.
Ο Πέτρος άρπαξε το παλτό του από την καρέκλα. Έβαλε το γράμμα στην εσωτερική τσέπη, πήρε το διαβατήριό του από το συρτάρι και τράβηξε το παράθυρο μέχρι να ανοίξει αρκετά. Το παγωμένο νερό έπεσε στο πρόσωπό του. Πέρασε πρώτα το ένα πόδι και ύστερα το άλλο, κρατώντας το περβάζι.
Κάτι έσπασε στο χολ.
Δεν κοίταξε πίσω.
Προσγειώθηκε στην αυλή με τα παπούτσια μέσα σε μια ρηχή λακκούβα. Το νερό μπήκε αμέσως στις κάλτσες του. Έτρεξε ως το τοιχάκι, γλίστρησε, έπιασε ένα σκουριασμένο σιδερένιο κάγκελο και ανέβηκε. Από την άλλη πλευρά, ο στενός δρόμος ήταν άδειος.
Μόνο η μαύρη ομπρέλα στεκόταν ακόμη απέναντι από το σπίτι.
Ο άνθρωπος κάτω από αυτήν είχε φύγει.
Ο Πέτρος κατέβηκε στο πεζοδρόμιο και κινήθηκε γρήγορα, χωρίς να τρέξει. Το παλιό σπίτι πίσω του έμοιαζε μικρότερο, σχεδόν αθώο, με τα παράθυρα σκοτεινά και τις κουρτίνες ακίνητες. Όμως γνώριζε πως κάποιος βρισκόταν ήδη μέσα.
Στη γωνία της οδού Bloomsbury σταμάτησε μπροστά σε μια βιτρίνα. Στο γυαλί είδε το είδωλό του, το βρεγμένο παλτό, το πρόσωπο χλωμό από την κούραση. Πίσω του, στην αντανάκλαση, φάνηκε ένας άντρας με σκούρο καπέλο.
Ο Πέτρος έκανε ένα βήμα αριστερά.
Ο άντρας έκανε το ίδιο.
Έστριψε απότομα σε ένα στενό πέρασμα ανάμεσα σε δύο κτίρια. Τα παπούτσια του γλίστρησαν πάνω στις πέτρες. Το στενό μύριζε υγρό τούβλο και καπνό από μακρινές καμινάδες. Δεν σταμάτησε μέχρι να βγει σε έναν φωτισμένο δρόμο, όπου τα αυτοκίνητα περνούσαν σαν μαύρες βάρκες.
Ένα ταξί φρέναρε μπροστά του.
«Σταθμός Βικτώρια», είπε ο Πέτρος, ανοίγοντας την πόρτα.
Ο οδηγός τον κοίταξε από τον καθρέφτη.
«Έχεις αποσκευές;»
«Όχι.»
«Τότε μάλλον φεύγεις βιαστικά.»
Ο Πέτρος δεν απάντησε. Έβγαλε το μενταγιόν και το κράτησε μέσα στη γροθιά του. Τα τρία σύμβολα πίεσαν την παλάμη του. Το μάτι. Η πύλη. Η φλόγα.
Τρεις πύλες, σκέφτηκε. Όχι τρεις τόποι. Τρία περάσματα που κάποιος είχε κλείσει επίτηδες.
Στον σταθμό αγόρασε εισιτήριο για το αεροδρόμιο και στάθηκε κάτω από το υπόστεγο. Η βροχή έπεφτε μπροστά του σαν πυκνή κουρτίνα. Κάθε τόσο έψαχνε τα πρόσωπα γύρω του. Ένας άντρας με γκρίζο κασκόλ πέρασε δίπλα του χωρίς να τον κοιτάξει. Μια γυναίκα κρατούσε εφημερίδα μπροστά στο πρόσωπό της. Ένα παιδί τραβούσε το χέρι του πατέρα του προς τις κυλιόμενες σκάλες.
Κανείς δεν έμοιαζε να τον περιμένει.
Ή ίσως όλοι.
Το τηλέφωνό του δονήθηκε στην τσέπη. Αυτή τη φορά δεν ήταν κλήση. Ήταν μήνυμα από άγνωστο αριθμό.
«Μην εμπιστευτείς τον άντρα με το γκρίζο κασκόλ.»
Ο Πέτρος σήκωσε το βλέμμα.
Στην απέναντι αποβάθρα, ένας άντρας στεκόταν κάτω από το φως. Φορούσε γκρίζο κασκόλ.
Ο Πέτρος έκανε να κινηθεί, μα το μενταγιόν ζεστάθηκε ξαφνικά πάνω στο στήθος του. Κάτω από το καπάκι, ανάμεσα στα τρία σύμβολα, εμφανίστηκε μια λεπτή κόκκινη γραμμή.
Η φλόγα.
Ο άντρας με το κασκόλ σήκωσε το κεφάλι. Τα μάτια του συναντήθηκαν με του Πέτρου για μια στιγμή. Ύστερα γύρισε και χάθηκε μέσα στο πλήθος.
Ο Πέτρος δεν τον ακολούθησε. Πήρε το εισιτήριο και το δίπλωσε μαζί με το γράμμα. Η απόφαση είχε ήδη γίνει, πριν ακόμη καταλάβει πως την έπαιρνε.
Θα πήγαινε στην Αλεξάνδρεια.
Θα έβρισκε την πρώτη πύλη.
Και, αν η Έλενα έλεγε την αλήθεια, θα έβρισκε τη μητέρα του.
Το λεωφορείο έφτασε με τα φώτα του να διαλύουν τη βροχή. Ο Πέτρος ανέβηκε, κάθισε στο πίσω μέρος και ακούμπησε το μέτωπό του στο τζάμι. Καθώς το όχημα ξεκινούσε, κοίταξε την αντανάκλασή του.
Πίσω από τον ώμο του, στο τελευταίο κάθισμα, καθόταν ο άντρας με το σκούρο καπέλο.
Δεν είχε μπει από την μπροστινή πόρτα.
Ο Πέτρος έμεινε ακίνητος. Το χέρι του κατέβηκε αργά προς το μενταγιόν, ενώ το λεωφορείο απομακρυνόταν από το Λονδίνο.
Ο άγνωστος χαμογέλασε χωρίς να δείξει δόντια.
Τότε ο Πέτρος κατάλαβε το τίμημα της πρώτης του απόφασης: είχε βρει τον δρόμο προς τη μητέρα του, αλλά κάποιος άλλος είχε ήδη επιβιβαστεί μαζί του.
End of chapter one. 4 more chapters in the full book.
Swipe or use the arrows to turn the page
What's inside: 5 chapters
- 1. Το Μεταγιόν και η Πρώτη Εντολή
- 2. Η Έρευνα στο Υπόγειο και η Διχοτόμηση
- 3. Οι Τρεις Πύλες και η Κρυφή Μνήμη
- 4. Η Προδοσία και η Απελευθέρωση της Πύλης
- 5. Συγχώρεση και Επιστροφή στο Φως
About this book
"Τα Χρονικά Του Φωτός" is a fiction book by APOSTOLIS MILIOTIS with 5 chapters and approximately 7,736 words. Διαδραστικό μυθιστόρημα με επιλογές, μνήμη και λύτρωση.
This book was created using Inkfluence AI, an AI-powered book generation platform that helps authors write, design, and publish complete books. It was made with the AI Novel Writer.
Frequently Asked Questions
What is "Τα Χρονικά Του Φωτός" about?
Διαδραστικό μυθιστόρημα με επιλογές, μνήμη και λύτρωση
How many chapters are in "Τα Χρονικά Του Φωτός"?
The book contains 5 chapters and approximately 7,736 words. Topics covered include Το Μεταγιόν και η Πρώτη Εντολή, Η Έρευνα στο Υπόγειο και η Διχοτόμηση, Οι Τρεις Πύλες και η Κρυφή Μνήμη, Η Προδοσία και η Απελευθέρωση της Πύλης, and more.
Who wrote "Τα Χρονικά Του Φωτός"?
This book was written by APOSTOLIS MILIOTIS and created using Inkfluence AI, an AI book generation platform that helps authors write, design, and publish books.
How can I create a similar fiction book?
You can create your own fiction book using Inkfluence AI. Describe your idea, choose your style, and the AI writes the full book for you. It's free to start.
Write your own fiction book with AI
Describe your idea and Inkfluence writes the whole thing. Free to start.
Start writingCreated with Inkfluence AI